kouk

a sense of self

Category: politics

κυρώσεις και τα μέτρα..

Αυτός ο νόμος πλήττει αυθαίρετα το εισόδημα των φτωχότερων ανθρώπων που ζουν σε αυτή την χώρα καθώς και των επιχειρήσεων που θα τους απασχολούσαν. Πλήττει την ανάπτυξη και στερεί από την χώρα την ευκαιρία για ταχύτερη ανάκαμψη από την κρίση. Προστατεύει αντιθέτως εκείνους που για παράδειγμα θεωρούν απαράδεκτη ενόχληση να προσφερθεί ένας φτωχός άνθρωπος να τους πλύνει τα τζάμια του αυτοκινήτου τους ή εκείνους που θέλουν παρακάλια για να δουλέψουν και διαλέγουν την ανεργία αντί να ανταγωνιστούν σε μια αγορά εργασίας που με νύχια και με δόντια κρατάτε κλειστή με αυτό το νομοσχέδιο. Τέλος, ικανοποιεί και όσους αισθάνονται οργή στην θέα ενός αλλοδαπού που ανταπεξέρχεται καλύτερα απ’ότι θα έκαναν οι ίδιοι στις δυσκολότατες συνθήκες που αποτελεί η ελληνική οικονομία αυτή την περίοδο, είτε από φθόνο είτε από ρατσισμό. Είναι εν ολίγης ένα απαράδεκτο σχέδιο νόμου.

Η λύση στο πρόβλημα αυτό, που είναι τελικά το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας του νομότυπου εργάτη στην χώρα μας είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας του, όχι η μείωση της ανταγωνιστικότητας των υπολοίπων εργαζόμενων. Είναι η επιβράβευση όσων παράγουν πλούτο με την εργασία τους, παράγοντας πολύτιμα αγαθά με μικρό κόστος, και όχι η τιμωρία τους.

το σχόλιο μου στην διαβούλευση για τον νόμο

ότι λάμπει δεν είναι αναγκαστικά χρυσός αλλά μπορεί και να είναι

Διαβάζοντας το άρθρο του Στέφανου Αθανασιάδη ελπίζω να μην οδηγηθεί κανείς στο να πιστέψει ότι πρόκειται περί μιας πλήρης ανασκόπησης του προβλήματος και των αντιμαχόμενων θέσεων. Σαφώς το κείμενο δεν σκόπευε ούτε και θα μπορούσε να είναι παρά αποσπασματικό αλλά το συμπέρασμα στο τέλος μοιάζει να θέλει να πει το αντίθετο, δηλαδή ότι ο χρυσός είναι αναγκαστικά ξεπερασμένος ως νόμισμα γιατί π.χ. δεν μας αρέσει πια η γυαλάδα του ή γιατί ο κακομοίρης υπόκειται στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης. Αν άφηνε ο Στέφανος κάποιο ίχνος αμφιβολίας δεν θα υπήρχε πρόβλημα από τη μεριά μου, εξάλλου δεν έχω κατασταλάξει για το συγκεκριμένο θέμα.

Όμως νομίζω υπάρχουν κάποιες εύλογες αμφιβολίες που δεν αναφέρονται στο κείμενο:

Πρώτα, το ότι ο χρυσός έχει σήμερα πολλές περισσότερες σημαντικές (και καθόλου διακοσμητικές) χρήσεις απ’ότι είχε στο παρελθόν, αντίθετα απ’ότι λέει ο Στέφανος, με κάνει να αμφιβάλλω για το επιχείρημα ότι ο χρυσός δεν έχει από μόνος του αξία (άσε που δεν καταλαβαίνω γιατί οι αισθητικές προτιμήσεις εξοβελίζονται ως ασήμαντες). Αν μιλούσαμε για την ακαταλληλότητα των σπιτιών (το δήθεν παραγωγικό αντιπαράδειγμα του Στέφανου) ως μέσο ανταλλαγής θα το καταλάβαινα, αφού ένα σπίτι δεν παράγει τίποτα, αλλά ο χρυσός; Κάθε σύγχρονη ηλεκτρονική συσκευή έχει χρυσό μέσα της, για παράδειγμα.

Δεύτερον, το ότι ο χρυσός επηρεάζεται από ανεξέλεγκτους παράγοντες είναι μεν αλήθεια αλλά μου δημιουργείται μια αμφιβολία για το πόσο σημαντικοί είναι αυτοί οι παράγοντες σε σχέση με τους παράγοντες που επηρεάζουν τα σημερινά νομίσματα, και πόσο μάλλον εάν επιτραπεί ίσως η πιο σημαντική χρήση του χρυσού, δηλαδή ως μέσο συναλλαγής. Σαφώς ένα νέο κοίτασμα θα επηρεάσει την τιμή του χρυσού, το ίδιο και μια ύφεση, όπως θα την επηρεάσει και η αυξανόμενη ζήτηση για ένα μέσο συναλλαγής βασισμένο στον χρυσό. Έτσι όμως δεν δουλεύει όμως ο μηχανισμός τιμών καλύτερα, όταν όλες οι χρήσεις ενός πόρου ζυγίζονται η μια έναντι της άλλης από τους από τις απρόσωπες δυνάμεις της αγοράς; Και εντάξει, σίγουρα πρόβλημα από την “ανεξέλεγκτη” ρύθμιση της τιμής του νομίσματος θα έχουν όσοι βασίζουν το επάγγελμα τους σε κέρδη που γίνονται πιο βέβαια με ένα πολιτικά ελέγξιμο μέσο συναλλαγής. Όμως εμάς τους υπόλοιπους τι μας νοιάζει;

Όσον αφορά την σταθερή αύξηση της νομισματικής βάσης με τροποποίηση του Συντάγματος, αναρωτιέμαι μήπως να νομοθετήσουμε και σταθερή αύξηση της μαθητικής βάσης στο Σύνταγμα γιατί θεωρητικά η μόρφωση θα γίνεται ολοένα και πιο αναγκαία; Ας εθνικοποιήσουμε τα σχολεία και ας ορίσουμε ότι κάθε χρόνο θα μορφώνεται ένα ποσοστό μαθητών παραπάνω απ’ότι μορφωνόταν τον προηγούμενο. Έτσι η αξία της μόρφωσης θα είναι προβλέψιμη, η ζήτηση για μάθηση θα είναι καλυμμένη και δεν υπάρξουν περιττά ρίσκα. Σοβαρά πάντως, αν δεν το πιάσατε με αυτό το γελοίο παράδειγμα, το πρόβλημα είναι ότι η πρόταση του Friedman ισοδυναμεί με απαγόρευση του ρίσκου. Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ρίσκο, είναι και η αποδοτικότητα. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί μια τόσο ανελαστική ρύθμιση όπως αυτή που προτείνει θα είναι αποδοτική.

Το πρόβλημα με το άρθρο εν τέλη είναι βέβαια ότι οραματίζεται μια θεωρητική κατάσταση, δηλαδή το ιδανικό “νόμισμα” – ξεκομμένο από τις πραγματικές υποστάσεις του και τα μύρια πολιτικά του προβλήματα, και την συγκρίνει με ένα εμπόρευμα που απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί ως μέσο συναλλαγής. Αυτή η σύγκριση είναι έωλη όπως καταλαβαίνει ελπίζω ο καθένας γιατί τα υπό σύγκριση αντικείμενα δεν υπάρχουν. Ο χρυσός ως μέσο συναλλαγής απλώς δεν υπάρχει σήμερα (λόγω νομοθετήματος) ούτε και υπάρχουν τα θεωρητικά νομίσματα που υποθέτεται ότι θα ήταν καλύτερα. Βέβαια στο παρελθόν ο χρυσός ήταν μέσο συναλλαγής, επιτυχημένο εν πολλοίς, σε εποχές πολύ λιγότερο ανεπτυγμένες όσον αφορά την αποδοτική λειτουργία των αγορών. Counterfactually speaking ο χρυσός σήμερα θα μπορούσε να λειτουργήσει καλύτερα ως μέσο συναλλαγής απ’ότι είχε δουλέψει στο παρελθόν.

Όμως τότε γιατί οι αντίπαλοι του χρυσού, με όπλο τα δικά τους counterfactuals (“αν τα fiat νομίσματα ήταν πραγματικά ανεξάρτητα”), επιμένουν να λένε ότι ο χρυσός είναι “ξεπερασμένος”; Τι πάει να πει “ξεπερασμένος”; Ο χρυσός απλά υπάρχει. Η χρήση που θα του κάνουμε στο μέλλον είναι ακριβώς αυτό: μελλοντική. Ισχυρίζεται πραγματικά κανείς ότι η νομισματική πολιτική του σήμερα ξεπερνάει σε αρετές οποιαδήποτε μελλοντική κατάσταση στην οποία ο χρυσός θα μπορούσε να παίξει έναν νομισματικό ρόλο και πως μπορεί να το γνωρίζει; Τι είδους επιχείρημα είναι το “ξεπερασμένο” και πως δικαιολογεί μια βάναυση απαγόρευση μιας ατομικής επιλογής; Μου θυμίζει πολιτικά ορθά φεμινιστικά επιχειρήματα του στυλ “το φύλο είναι ξεπερασμένο”.

Ξεπερασμένο είναι μόνο ότι ο κόσμος άφησε από την ίδια του βούληση να περάσει στο παρελθόν, όχι ότι του πήραν μέσα από τα ίδια του τα χέρια και του απαγορεύουν επί ποινή φυλάκισης. Οπότε μήπως είναι ο καιρός να πάψουν οι πολέμιοι του χρυσού να επιτίθενται σε αχυράνθρωπους και να δηλώσουν απερίφραστα ότι υποστηρίζουν την παρούσα κατάσταση έναντι της ελεύθερης νομισματικής επιλογής;

Siamese Twin-engine Jet

Την ώρα που όλος ο σοβαρός κόσμος είναι εξοργισμένος με τα αποτελέσματα των εκλογών στο πάλαι ποτέ Σιάμ οι όχι τόσο γνωστοί για το χιούμορ τους Γερμανοί εταίροι μας καταφέρνουν να αλαφρύνουν το, βαρύ από την κρίση του ελληνικού χρέους, κλίμα με το να γίνουν η αφορμή για μια άλλη ταϊλανδέζικη ιστορία, όπως αναφέρουν ανταποκριτές μας από την γεμάτη αντιθέσεις αυτή χώρα.

Όλα ξεκινάνε με έναν εκπρόσωπο μίας από τις πιο συμπαθείς κατηγορίες εργαζομένων, έναν δικαστικό επιμελητή των τοπικών δικαστηρίων του Μονάχου. Kατόπιν λοιπόν απόφασης των δικαστηρίων σε υπόθεση του εκαθαριστή της χρεωκοπημένης πια κατασκευαστικής εταιρίας Walter Bau AG εναντίον του Βασίλειου της Ταϊλάνδης, ο αγαπητός επιμελητής μας προέβηκε σε πράξη κατάσχεσης του αεροπλάνου ενός Ταϊλανδού πολίτη, όπως μας πληροφορεί η “ανεξάρτητη” ταϊλανδέζικη εφημερίδα «the Nation».. Αιτία της κατάσχεσης το χρέος της Ταϊλανδικής κυβέρνησης προς την πια χρεωκοπημένη γερμανική επιχείρηση, που είχε αναλάβει το έργο κατασκευής μιας υπερυψωμένης ταχείας λεωφόρου που συνδέει την Bangkok με το αεροδρόμιο Don Muang. Το έργο ξεκίνησε την δεκαετία του 1990 όταν η εταιρία συμμετείχε σε μια κοινοπραξία για την δημιουργία της λεωφόρου ωστόσο προκάλεσε μια μεγάλη δημόσια διαμάχη στην Ταϊλάνδη σχετικά με τα προβλεπόμενα διόδια που είχε ως αποτέλεσμα η γερμανική εταιρία να σύρει την Ταϊλανδική Κυβέρνηση στα δικαστήρια για αθέτηση όρων του συμβολαίου, κάτι που μετα από χρόνια οδήγησε στην επιδίκαση αποζημίωσης 42 εκατομμυρίων δολλαρίων στην Walter Bau. Τα χρήματα αυτά ουδέποτε πλήρωσε όμως το εθνικά κυρίαρχο βασίλειο του πάλαιο ποτέ Σιάμ, θέλοντας να δώσει ένα μάθημα σε όσους επιχειρηματίες των ανεπτυγμένων πλην βάρβαρων χωρών σκέφτονται να προβούν σε επενδύσεις και δάνεια προς χώρες του πολιτισμού όπως και η δική μας Ελλάδα εξάλλου.

Παρεμπιπτόντως αν το μυαλό σας πήγε στην Αττική Οδό και το κίνημα «Δεν πληρώνω» δεν φταίω εγώ, υπάρχουν εξάλλου μεγάλες διαφορές: αφενός το Uttaraphimuk Elevated Tollway είναι υπερυψωμένο ενώ η Αττική οδός όχι και αφετέρου το αεροδρόμιο Don Muang είναι το αντίστοιχο Ανατολικό Αεροδρόμιο, αφού έκλεισε το 2006 όταν άνοιξε το καινούριο αεροδρόμιο Suvarnabhumi της Bangkok και όχι το Ελευθέριος Βενιζέλος.

Τέλος πάντων λοιπόν, φάινεται ότι εξαιτίας του χρέους της κυβέρνησης της Ταϊλάνδης σε μια γερμανική εταιρία που δεν υπάρχει πια, για χάρη ενός αεροδρόμιου που δεν χρησιμοποιείται πια, τα γερμανικά δικαστήρια κατάσχεσαν το αεροπλάνάκι ενός Ταϊλανδού πολίτη. Ακούγεται φοβερά άδικο, δεν συμφωνείτε; Η “λεπτομέρεια” που ίσως σας διαφεύγει, πέραν ότι το αεροπλανάκι είναι ένα Boeing 737, είναι ότι ο συγκεκριμένος Ταϊλανδός πολίτης είναι ο κύριος υποψήφιος για μια από τις πιο καλόφημες θέσεις εργασίας της χώρας, ο διάδοχος του θρόνου Βατζιραλονγκόρν!. Αυτή η πληροφορία, που για κάποιο λόγο δεν διαδώθηκε από τα Ταϊλανδικά μέσα ενημέρωσης, καθώς και ότι τα δύο προσωπικά τζετ του πρίγκηπα της Ταϊλάνδης αγοράστηκαν από την Ταϊλάνδική κυβέρνηση “για βασιλική χρήση” οδήγησαν το τοπικό γερμανικό δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ίσως το αεροπλάνο δεν ήταν προσωπική ιδιοκτησία του τρισ-αγαπητού Ταϊλανδού αριστοκράτη αλλά ιδιοκτησία του υπό-κατάσχεση οφειλέτη που λέγεται Βασίλειο της Ταϊλάνδης, οπότε και ενέκρινε την κατάσχεση του.

Η επόμενη σκηνή αυτού του κωμικοδράματος περιλαμβάνει τον Υπουργό Εξωτερικών της Ταϊλάνδης που έσπευσε μερικές μέρες μετά στην Γερμανία (υποθέτουμε ότι ταξίδεψε με αεροπλάνο της γραμμής και όχι με κρατικό σκάφος) για να ξεκαθαρίσει επιτέλους στους Γερμανούς δικαστές ότι το κατασχεμένο τζετ ανήκει στον πρίγκηπα και όχι στο βασίλειο και «να προστατέψει το πρεστίζ και την φήμη της χώρας». Και σαν να υπήρχε κάτι περίεργο που ο υπουργός εξωτερικών μιας κυβέρνησης τρέχει στην άλλη άκρη του πλανήτη για να διαβεβαιώσει ότι η υπόθεση δεν αφορά την κυβέρνηση, οι γερμαναράδες στυγνοί γραφειοκράτες δικαστές φαίνεται δεν επείσθησαν και για την επιστροφή του αεροπλάνου ζήτησαν από τον πρίγκηπα εγγυητική επιστολή 20 εκατομμυρίων ευρώ, όσο και η αξία του αεροπλάνου. Η Ταϊλανδική κυβέρνηση αντιμετώπισε με αδιαφορία τις δηλώσεις της Γερμανικής κυβέρνησης ότι η Δικαιοσύνη στην Γερμανία είναι ανεξάρτητη και απάντησε ζητώντας από την Γερμανία να αποσύρει την απόφαση κατάσχεσης.

Σας αφήνω με τα λόγια του ανώνυμου ανταποκριτή μας που διαμένει στην Ταϊλάνδη και αναφέρει:

Όλοι εμείς οι δυτικοί που αγαπάμε τους Ταϊλανδούς, με τα στραβά τους και τα κολλήματά τους και τις μαλακίες τους όμως τους αγαπάμε παρόλα αυτά, όλοι εμείς που θέλουμε να πάρει ανάσα και να ζήσει ανθρώπινα ο κόσμος που ταλαιπωριέται μέσα στη φτώχεια, όλοι εμείς που σιχαινόμαστε τις ελίτ της χώρας με την υποκρισία και τη διπροσωπία τους, υποστηρίζουμε φανατικά τα γερμανικά δικαστήρια του Μονάχου! Go Amtsgerichte!

The trouble with sectarians

The trouble with sectarians, whether they be libertarians, Marxists, or world-governmentalists, is that they tend to rest content with the root cause of any problem and never bother themselves with the more detailed or proximate causes. [...] Libertarians must come to realize that parroting ultimate principles is not enough for coping with the real world. Just because all sides share in the ultimate state-guilt does not mean that all sides are equally guilty. On the contrary, in virtually every war, one side is far more guilty than the other, and on one side must be pinned the basic responsibility for aggression, for a drive for conquest, etc.

Murray Rothbard

There is a heavier price to pay

Πολλοί γνωστοί μου εκθείασαν αυτό το άρθρο με τίτλο “Greece pays a heavy price as eurozone strives to protect its reckless banks”. Από τη μεριά μου το θεωρώ εξαιρετικά μονόπλευρο. Παπαγαλίζει την προπαγάνδα ότι η τριανδρία επιλέγει να χρεώσει τους αθώους Έλληνες φορολογούμενους για τις παρακινδυνευμένες ενέργειες των γερμανών τραπεζών. Μεγάλο λάθος.

Αφενός η αγορά ομολόγων κράτους της ευρωζώνης δεν θεωρήθηκε ποτέ μέχρι σήμερα παρακινδυνευμένη ενέργεια και κάναμε ως κράτος οτιδήποτε μπορούσαμε για να κρύψουμε τα πραγματικά οικονομικά μας δεδομένα από όσους θα επενδύαν σε δάνεια με πόρους για διάφορες δημοφιλείς πολιτικές των εκλεγμένων κυβερνήσεων μας.

Αφετέρου το χρέος δεν το έχει ο φορολογούμενος αλλά το κράτος και δικαίως η Ευρώπη και το ΔΝΤ αντιμετωπίζουν την Ελλάδα ως φορέα υπεύθυνο για τα χρέη του. Εάν η τελευταία επιλέγει να τα αποπληρώσει αυξάνοντας την φορολογία των πολιτών της αντί μειώνοντας τις δαπάνες έως ότου να αποκτήσει πλεόνασμα αυτό παραμένει δική μας ευθύνη, των Ελλήνων πολιτών, και όχι της τριανδρίας ή των ξένων πιστωτών.

Τέλος οι συνέπειες για την Ελλάδα και τους φορολογούμενους της απεμπόλισης αυτής της ευθύνης την στιγμή που τα θεμελιώδη οικονομικά μας είναι ανίκανα να μας προσφέρουν ανάκαμψη θα ήταν καταστροφική για τους πολίτες αυτής της χώρας, όπως ενδεχομένως καταστροφική θα ήταν και για την ευρωζώνη γενικότερα. Εάν δεν σας αρέσει το “καταστροφική” ας πούμε απλά πολύ χειρότερη από την εναλλακτική του να δανειστούμε με σχετικώς ευνοϊκούς όρους τα χρήματα που μας χρειάζονται άμεσα ώστε ταυτόχρονα να οικοδομήσουμε μια σοβαρή οικονομία. Ας συζητήσουμε λοιπόν πρώτα πως θα φτάσουμεσε σημείο που να έχουμε ένα πλεόνασμα και μετά ας συζητήσουμε εάν θα πάμε στους πιστωτές μας με το φέσι στο χέρι ζητώντας ανταλλάγματα.

No news is.. what news?

Θεωρητικά ισχύει αυτό που βλέπουμε στο Σύνταγμα πρακτικά: η δημιουργία του νέου δεν γίνεται δια επιτροπής. Μια επιτροπή απλά ενδέχεται να επιλέγει πιο αξιόπιστα το καλύτερο από τα όσα ήδη υπάρχουν.

Δεν αμφιβάλλω ότι υπάρχουν ευφυή και δημιουργικά άτομα στο Σύνταγμα (εξάλλου είμαι εκεί συχνά και εγώ :-P ), άτομα που ίσως είναι ικανά να συλλάβουν ένα νέο όραμα κατάλληλο για τις ανάγκες των πολλών. Αλλά φοβάμαι ότι μπαίνει το άλογο μπροστά από το κάρο όταν οργανώνεται μια κίνηση όπως αυτή στο Σύνταγμα πριν καν υπάρξει η υπόνοια ότι ένα τέτοιο νέο όραμα ξεφυτρώνει. Ο θυμός δεν είναι δημιουργικό όραμα, είναι αντίδραση.

Και αυτή η “επιτροπή” στο Σύνταγμα θα ανακαλύψει σύντομα ότι πρέπει να πάρει μια απόφαση, υπό τον κίνδυνο να ξεπεραστεί ο λόγος ύπαρξης της από τα γεγονότα. Θα επιλέξει σωστά;

  • Στην καλύτερη περίπτωση θα ανακαλύψουμε ότι πράγματι όλους εμάς στο Σύνταγμα μας εκφράζουν κοινές ανάγκες και θα μας συνδέσει μια νέα, κοινή συνειδητοποίηση για τα κοινά. Προσωπικά με όποιον έχω μιλήσει (από οποιονδήποτε πολιτικό η απολιτίκ χώρο) κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται στην παρούσα φάση. Ούτε και έχω ακούσει κάτι νέο από την Ισπανία που να μπορούσαμε να εισάγουμε όπως κάναμε την ιδέα της διαδήλωσης.
  • Στην λιγότερο κακή περίπτωση η δεκάδες διαφορετικές απόψεις απλά θα οδηγήσουν στην αποσυσπείρωση και στο “ξεφούσκωμα”.
  • Στην χειρότερη περίπτωση θα προκριθεί η άποψη αυτού του οποίου οι οπαδοί μπορούν να φωνάζουν περισσότερο (και δεν θα
    είναι… ευχάριστη άποψη).

Εγώ πάντως εξακολουθώ να πηγαίνω γιατί ακόμα δεν έχω χάσει την περιέργεια μου και πιστεύω ότι δεν είναι εκτός κάθε πιθανότητας να ακούσω κάτι μέχρι πρότινος ανέκφραστο. Όμως, από τις πολλές απόψεις που έχω ακούσει τις τελευταίες μέρες εκεί, μερικές από τις οποίες με βρίσκουν σύμφωνο, δεν έχω ακούσει κάτι καινοφανές στο Σύνταγμα. No news is.. what news?

μηδενική ανοχή στη βία ή/και στον ρατσισμό;

Διάβασα ένα άρθρο στο So What! που μου άρεσε πολύ, αλλά ξεκίνησα (ως μόνιμος αντιρρησίας) να γράφω την ένσταση μου και τελικά μου βγήκε αυτό το άρθρο. Περιληπτικά πιστεύω ότι το πρόβλημα της βίας, ρατσιστικής ή μη, και το πρόβλημα του ρατσισμού καθ’εαυτού πρέπει να ειδωθούν ανεξάρτητα. Δεν νομίζω ότι μπορεί να καταπολεμηθεί το πρώτο καταπολεμώντας το τελευταίο.

Καταρχάς διαβάζοντας το άρθρο σκεφτόμουν ότι με δεδομένη την αυξανόμενη διαπροσωπική βία που αντιμετωπίζουμε όλοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας έχω αμφιβολίες κατά πόσο ο ρατσισμός είναι η κύρια αιτία αυτής της βίας και κάνω την υπόθεση ότι, όσο απεχθή και αν είναι τα ρατσιστικά εγκλήματα, η άνοδος αυτής της κλάσης βίαιων εγκλημάτων δεν συνδέεται κατ’ανάγκην με την αύξηση του ρατσισμού καθ’εαυτού αλλά κυρίως με τις αιτίες της γενικότερης ανόδου των βίαιων εγκλημάτων (οικονομικές, κοινωνικές). Αλλά έστω, οσοδήποτε σημαντική αιτία και αν είναι ο ρατσισμός, αποτελεί από μια άποψη και την πιο απλή και κατανοητή αιτία. Ενώ ο πατριωτισμός είναι όπως είπε ο Johnson το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων, ο ρατσισμός είναι ίσως το πρώτο καταφύγιο των φοβισμένων.

Δέχομαι την ορθότητα του να μην δείχνουμε καμία ανοχή στη βία, αλλά μήπως, εάν θέλουμε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του φοβισμένου, υποψήφιου βίαιου εγκληματία, θα πρέπει σε κάποιο βαθμό να ξεπεράσουμε την απέχθεια μας για τις μη-βίαιες φοβικές αντιδράσεις του; Ειδάλως κινδυνεύουμε να του στερήσουμε το πιο αποτελεσματικό αντίδοτο στον φόβο, την αίσθηση της αλληλεγγύης και του σεβασμού. Όταν για παράδειγμα κάποιος δεν θέλει να νοικιάσει το διαμέρισμα του σε ξένους η ξενοφοβία είναι απλώς μια έκφανση του γενικότερου φόβου που αισθάνεται για την ιδιοκτησία του. Όταν λοιπόν αυτός εκφραστεί απαξιωτικά για τους ξένους ενοικιαστές, υπεραπλουστεύοντας, δεν ωφελεί να του πεις “είσαι ρατσιστής άρα απαράδεκτος” αφού αυτό απλά θα ενισχύσει την αίσθηση ότι είναι μόνος του εναντίον “λύκων”.

Αμφιβάλλω λοιπόν εάν η απόκριση της ανοχής ενάντια στον ρατσισμό είναι μονότονη. Μήπως σε ορισμένες περιπτώσεις η μετρημένη ανοχή στον ρατσισμό είναι καλύτερη αντιμετώπιση από την μη-ανοχή; Για να δώσω ένα παράδειγμα: στην πολυκατοικία που μένω η ιδιοκτήτρια είχε μια ξεκάθαρη πολιτική: καλύτερο άδειο το διαμέρισμα παρά να το νοικιάσει σε ξένους. Βέβαια τελικά αναγκάστηκε να νοικιάσει τον επαγγελματικό χώρο στο ισόγειο σε κάτι Κούρδους αλλά και πάλι μας παρακάλεσε να τους προσέχουμε και να της αναφέρουμε ότι στραβό κάνουν, να κάνουμε εν ολίγης τους ρουφιάνους. Επί της αρχής θα έστεκε να πω “αρνούμαι να νοικιάσω αυτό το διαμέρισμα” ή “αρνούμαι να γίνω ο ρουφιάνος σας”. Οι ένοικοι, όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, κρατήσαμε ισορροπίες σεβόμενοι τους μάλλον παράλογους φόβους της και την διαβεβαίωσαμε ότι θα προσέχουμε την ιδιοκτησία της από τους κατ’αυτήν “ύποπτους” επιχειρηματίες (των οποίων εξάλλου είμασταν και συχνοί πελάτες). Μετά οι Κούρδοι πουλήσαν την επιχείρηση σε Πακιστανούς, και η ιδιοκτήτρια, που στην αρχή είχε ακόμη χειρότερη άποψη για αυτούς, έψαχνε αφορμή να τους διώξει και μας ζητούσε να της βρούμε την αφορμή. Καθησυχασμένη όμως από εμάς τους ανέχτηκε για κάποιο καιρό και έχει τώρα αρχίσει να εμπιστεύεται τους συγκεκριμένους Πακιστανούς επιχειρηματίες σε βαθμό που όταν άδειασαν δυο διαμερίσματα τα νοίκιασε σε Πακιστανούς, γνωστούς της επιχείρησης, χωρίς να ψάξει για έλληνα ενοικιαστή όπως θα έκανε παλαιότερα. Φαίνεται ότι η αναγνώριση (έστω και υποκριτική) του ρατσιστικού φόβου της ιδιοκτήτριας βοήθησε στο να επιτευχθεί η συνύπαρξη. Αντίθετα, εάν της είχαμε κόψει τον χαβά, την είχαμε αφήσει να αισθάνεται μόνη της εναντίων των “βαρβάρων”, της είχαμε στερήσει ένα σημείο αναφοράς απέναντι στην αβεβαιότητα που αισθάνεται τόσος πολύς κόσμος μπροστά στον Ξένο τότε δεν μπορώ να φανταστώ τον συγκεκριμένο χώρο να γίνεται τίποτα άλλο από τοπική οργάνωση της Χρυσής Αυγής.

Η βία και ο ρατσιστικός φόβος ενυπάρχουν σε κάποιο βαθμό μέσα στον καθένα. Όμως δεν είναι το ίδιο πράγμα και θέλουν άλλη αντιμετώπιση. Η βία ζητάει σχέση εξουσίας, ο ρατσισμός όμως αρνείται τη σχέση και αντιπροσωπεύει τον φόβο μπροστά στην συνύπαρξη, άσχετα αν συχνά ο φόβος αυτός οδηγεί στην βία και στις σχέσεις εξουσίας. Αυτόν που επιχειρεί να επιβληθεί μπορείς να τον αντικρούσεις με μηδενική ανοχή, αυτόν όμως που δεν θέλει να συνυπάρξει δεν μπορείς να τον κάνεις να θέλει με το ζόρι. Ίσως μάλιστα η επίδειξη μηδενικής ανοχής απέναντι σε ρατσιστικές συμπεριφορές που είναι κατ’ουσία φοβικά σύνδρομα να μην έχει το αποτέλεσμα που επιθυμούμε, αυτό δηλαδή της απαξίωσης των ρατσιστικών ιδεών στα μάτια της κοινωνίας. Το τελευταίο μπορεί να έρθει μόνο από την δημιουργία εμπιστοσύνης μεταξύ των ανθρώπων που προηγουμένως ήταν ο ένας ο φόβος του άλλου.

Τελικά όμως τι πρέπει να κάνουμε με καταστάσεις όπως αυτές που περιγράφει ο Γιώργος στο άρθρο του; Εννοείται μηδενική ανοχή απέναντι σε όσους βιαιοπραγούν, εννοείται καταδίκη τους. Αλλά για να αποφύγουμε το να φανούν ήρωες στα μάτια τόσων άλλων ανθρώπων που αισθάνονται τον φόβο του ξένου θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να πούμε “ναι, μπορείς να φοβάσαι”, να αναγνωρίσουμε τον προσωπικό χαρακτήρα αυτής της φοβίας και να προσπαθήσουμε να δώσουμε ανεξάρτητη λύση στο πρόβλημα.

Θέλω να πω εν τέλει ότι σε κάποιες περιπτώσεις (όχι όλες) ο ρατσιστής εκφράζει μια προσωπική προκατάληψη. Η οποία ακόμα και αν εμπεριέχεται στο πλαίσιο μιας δημόσιας θέσης (π.χ. απελάστε τους ξένους) παραμένει προσωπική άσχετα εάν επειδή την έχουν και άλλοι μας φαίνεται ότι ίσως είναι τεχνητή. Και τότε, αντί να αντιπαλεύουμε μια δημόσια ιδεολογία, όπως ο φασισμός, ο κομμουνισμός ή δεν ξέρω εγώ τι, παλεύουμε με μια ενστικτώδης προσωπική αντίδραση. Όμως τα ένστικτα ελέγχονται μέσα από την μερική κατάφαση τους, δεν μπορούν να εξαλειφθούν. Οπότε άσχετα αντιμέτωποι με φασιστικές συμπεριφορές που εμπεριέχουν τον ρατσισμό είναι νομίζω καλύτερη στρατηγική να διαχωρίζουμε το ρατσιστικό στοιχείο από το φασιστικό και να αντιμετωπίζουμε με διαφορετικό τρόπο και όχι με το να επιτεθούμε από μια κατεύθυνση και στα δύο. Τον φασίστα που απειλεί με ξυλοδαρμό όποιον έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος μπορείς να τον διώκεις με όποιο πρόσφορο τρόπο, αλλά τον οπαδό του που φοβάται τους σκουρόχρωμους πρέπει να του επιτρέψεις να εκφράσει τον φόβο του πριν τον πείσεις ότι αυτός έχει άλλες λύσεις. Η πολιτική ορθότητα σε αυτό το σημείο απλά οδηγεί στην αυτοακύρωση.

σχόλιο για την μεταμόσχευση οργάνων

Έκανα το εξής σχόλιο στο opengov*:

Όπως πολλοί αναλυτές έχουν επισημάνει η απαγόρευση της πώλησης οργάνων έχει τραγικές συνέπειες και είναι επιπλέον αστήρικτη από την άποψη του σεβασμού των δικαιωμάτων του ατόμου. Η νομιμοποίηση, εκτός ότι θα έσωζε τόσες ανθρώπινες ζωές που δεν έχουν πρόσβαση στα απαραίτητα μοσχεύματα θα μείωνε επιπλέον και το μέγεθος της ανεξέλεγκτης μαύρης αγοράς αντικαθιστώντας την με μια ρυθμισμένη αγορά που θα προσέφερε προστασία σε όλους τους δωρητές και λήπτες οργάνων. Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι η νόμιμη πώληση οργάνων (συγκεκριμένα νεφρών) έχει ήδη δοκιμαστεί με επιτυχία: http://www.cato.org/pub_display.php?pub_id=9273

* αυτή τη στιγμή βρίσκεται ακόμα υπό εξέταση για έγκριση από τον διαχειριστή

Κατάργηση του ασύλου ή ακόμα καλύτερα…

…επέκταση του?

Πρόσφατα έχω ακούσει από τους φιλελεύθερους φίλους μου την παραπάνω άποψη, ότι δηλαδή το ακαδημαϊκό άσυλο θα πρέπει να καταργηθεί αλλά “ακόμα καλύτερα” να επεκταθεί σε όλη την επικράτεια. Αφού ξεπερνώ την αρχική μου έκπληξη και απορία για αυτή την αντιφατική σκέψη καταλήγω να υποθέτω, γιατί δεν είμαι στο μυαλό του καθενός, ότι οι αυτές δύο προτάσεις (κατάργηση/επέκταση) αντιπροσωπεύουν κατά την γνώμη τους μια καλύτερη στάθμιση μεταξύ των αλληλοαντικρουόμενων συμφερόντων από αυτήν που έχουμε σήμερα. Όμως τελικά εξακολουθώ να μην την καταλαβαίνω αυτή τη λογική και επιπλέον αυτού δεν συμφωνώ ότι η κατάργηση του ασύλου θα ήταν καλύτερη για κανέναν ουσιαστικό λόγο.

Καταρχάς για μένα δεν έχει νόημα ένα τέτοιο δίλημμα, είτε κατάργηση του ασύλου είτε επέκταση του σε όλη την επικράτεια, και είναι εντελώς αντιφατικό γιατί δεν υπάρχει κοινή αιτία για την επιλογή του ενός ή του άλλου. Οι αιτίες για την κατάργηση του άσυλου δεν είναι αιτίες για την επέκταση του (το αντίθετο μάλλον) και αντίστροφα. Εκτός αυτού δεν είναι ξεκάθαρο τι σημαίνει “επέκταση του άσυλου σε όλη την επικράτεια”, γιατί το άσυλο, και το κάθε άσυλο, πρέπει να έχει μια νομιμοποίηση και στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομιμοποίηση δίνεται μέσα από το Σύνταγμα. Επομένως όταν λες να επεκταθεί το άσυλο αυτό συνεπάγεται να τροποποιηθεί το Σύνταγμα. Αλλά σε αντίθεση με την κατάργηση του άσυλου, όπου είναι προφανές ποια τροποποίηση του Συντάγματος θα επιφέρει αυτή την αλλαγή, οφείλουν να μας πουν ποια τροποποίηση του Συντάγματος θα ισοδυναμεί με “επέκταση του άσυλου σε όλη την επικράτεια”. Γενικά η εναλλακτική επέκταση που προτείνεται είναι κούφια και δεν συζητάω καν τα πρακτικά ή νομικά προβλήματα που θα έχει μια τέτοια τροποποίηση του Συντάγματος αλλά για το ίδιο πνεύμα που υποτίθεται ότι θα διακατέχει μια τέτοια επιλογή εκ μέρους της κοινωνίας: εάν η ελεύθερη έκφραση θεωρείται ενδεχομένως παράνομη τότε θα ήταν παράλογο να απαγορεύσουμε απόλυτα την παρέμβαση του κράτους για την αποτροπή της. Ποιος ο λόγος να έχεις ένα κράτος αν δεν πρέπει να προλαμβάνει τα αδικήματα; Άρα υπάρχουν δύο αντίρροπες δυνάμεις σε αυτό το πρόβλημα, που δεν μπορείς, κατά τη γνώμη μου, να είσαι υπέρ και της μίας και της άλλης:

α) η μία άποψη θέλει το κράτος να καταστέλλει την παρανομία. Μοναδικές εξαιρέσεις είναι εκείνες οι φορές που το κράτος κρίνει ότι ο στόχος του αυτός εξυπηρετείται καλύτερα με μια πιο επιλεκτική στάση – αλλά ο στόχος παραμένει ο ίδιος, η καταστολή της παρανομίας.

β) η άλλη άποψη αναγνωρίζει την ανάγκη για εξαιρέσεις από το (α) όταν υπάρχουν άλλοι στόχοι, άσχετοι με την καταστολή της παρανομίας, που πλήττονται από την ενέργεια ή παρενέργεια αυτής της καταστολής.

Στην περίπτωση (β) ορίζονται κατά συνέπεια περιπτώσεις όπου η καταστολή της παρανομίας πρέπει να αναστέλλεται για χάρη άλλων στόχων. Επιπλέον, όταν αυτοί οι στόχοι δεν μπορούν να εξειδικευτούν από το κράτος και γίνονται ιδιωτική ευθύνη τότε μπορούμε να πούμε ότι δημιουργείται ένα άσυλο στο οποίο τα άτομα μπορούν να καταφεύγουν γνωρίζοντας ότι είναι ασφαλή από τις ενέργειες ή παρενέργειες του κρατικού “κυνηγιού” του εγκλήματος. Έτσι έχουμε άσυλο στο σπίτι, στο Πανεπιστήμιο, στην εκκλησία. Όμως δεν είναι ανάγκη να είναι μόνο χωρικό το άσυλο, οπότε με τον ίδιο τρόπο έχουμε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι αλλά και για να μην ξεχνιόμαστε έτσι έχουμε την προστασία όλων των ατομικών δικαιωμάτων.

Στην περίπτωση που το άσυλο νοείται στον χώρο και εάν είσαι υπέρμαχος μιας επέκτασης του σε όλη την επικράτεια τότε σημαίνει ότι είσαι κατά της ισχύος του (α) για όλα όσα μπορούν να περιληφθούν στο άσυλο. Γιατί όσο μεγαλώνει η περιοχή του ασύλου τόσο λιγότερο μπορεί να εξυπηρετηθεί ο στόχος (α). Και εάν ο στόχος (β), δηλαδή το άσυλο, επεκταθεί σε όλη την επικράτεια τότε ουσιαστικά καταργείται ο στόχος (α).

Μόνη λύση σε αυτή την αντίφαση είναι βεβαίως να ενσωματωθεί κάπως στον στόχο (α) ο στόχος (β) με το να οριστεί ως παρανομία κάθε απομάκρυνση από αυτόν τον στόχο. Στην περίπτωση του ακαδημαϊκού ασύλου αυτό σημαίνει να οριστεί απαρέγκλιτα παράνομη η καταστολή της ελεύθερης έκφρασης: δηλαδή είτε αυτή είναι συκοφαντία, προσβολή, κατήχηση μίσους, αντικρατική “προπαγάνδα” και λοιπές άλλες “δυσάρεστες” εκφράσεις. Όμως τότε δύο πράγματα συμβαίνουν: είτε ζούμε σε μια αναρχική ουτοπία όπου το κράτος δεν είναι ουσιαστικά κράτος, είτε έχει αποποινικοποιηθεί κάθε είδος ελεύθερης έκφρασης, συμπεριλαμβανομένου αυτών που σήμερα είναι ποινικοποιημένα.

Μιας και δεν ζούμε σε μια αναρχική ουτοπία (ούτε φαντάζομαι θα ακούσεις κάποιον πολέμιο του ασύλου να το προτείνει) τότε αυτό που εννοούν είναι στην ουσία: ναι στην κατάργηση του ασύλου και “ακόμη καλύτερα” στην νομιμοποίηση όλων εκείνων των εκφράσεων που σήμερα θεωρούνται αδικήματα. Εάν εννοείται αυτό όμως τότε αφενός καλό είναι να λέγεται ξεκάθαρα, ώστε να ξέρουν και οι πολέμιοι του ασύλου με ποιους έχουν συνασπιστεί και ώστε να συζητήσουμε για τα πρακτικά θέματα που ανακύπτουν, αλλά αφετέρου πρέπει να εξηγηθούν δύο επιπλέον πράγματα:

Είναι ο πολέμιος του ασύλου ικανοποιημένος με την κατάργηση του ασύλου στην περίπτωση που η ελεύθερη έκφραση παραμένει ποινικοποιημένη, είτε όπως είναι σήμερα είτε σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό; Πιστεύει μήπως ότι το άσυλο προκαλεί μεγαλύτερα προβλήματα απ’ότι λύνει, δηλαδή ότι είναι αφ’εαυτό μεγαλύτερο πρόβλημα από την υπαρκτή ή την ενδεχόμενη ποινικοποίηση του λόγου και της έκφρασης; Αντίθετα, στην περίπτωση που υπάρχει μια στάθμη ποινικοποίησης πάνω από την οποία κατ’αυτόν κάποιου είδους άσυλου θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει; Πιστεύει ότι αυτό θα μπορέσει να αναδημιουργηθεί όταν το απαιτήσουν οι περιστάσεις; Επίσης πιστεύει ότι καταργώντας το άσυλο θα μετακινηθούμε πιο κοντά, πιο μακριά, ή καθόλου σε σχέση με τον στόχο του περί αποποινικοποίησης του λόγου και της έκφρασης;

Η Πολυάννα, το γκέτο και ο Έβρος.

Αφιερωμένο σε όσους, με αφορμή το προηγούμενο σχετικό με τον Έβρο άρθρο, με χαρακτήρισαν Πολυάννα που “αθωώνω” την παράτυπη μετανάστευση για τα κάτωθι μη αποκλειστικώς αναφερόμενα προβλήματα του κέντρου της Αθήνας: έγκλημα, πορνεία, ναρκωτικά, βρωμιά, παραεμπόριο κ.λπ.

Κύριοι, αυτά τα 5 χονδρικά κοινωνικά προβλήματα δεν έχουν καμία ουσιαστική σχέση με το μεταναστευτικό ζήτημα. Μάλιστα μόνο ένα από αυτά, το παραεμπόριο, αποτελεί πρόβλημα που εμπλέκει κατά δυσανάλογα υψηλό ποσοστό μεταναστών. Τα υπόλοιπα, εάν μένατε εκεί που μένω ή εάν είχατε μπει στον κόπο να συλλέξετε σοβαρά στοιχεία για τα ζητήματα, θα είχατε σοβαρούς λόγους να πιστεύετε ότι ενώ συσχετίζονται ορισμένες φορές με περιοχές που υπάρχουν υψηλά ποσοστά μεταναστών ωστόσο δεν υφίσταται η αιτιακή σχέση που συχνά υπονοούν οι φασίστες: ότι δηλαδή τα προβλήματα αυτά υπάρχουν, ή είναι χειρότερα, λόγω της εισροής μεταναστών στην Ελλάδα και της μόνιμης εγκατάστασης τους στην Αθήνα.

Οπότε ας τα πάρουμε ένα-ένα:

Αναφέρεστε συχνά σε “συμμορίες αλλοδαπών” δηλαδή σε μια μηντιακή κατηγορία και μπορεί να περιλαμβάνει ένα σωρό διαφορετικές περιπτώσεις που ο εκάστοτε δημοσιογράφος “τσουβάλιασε” για τους σκοπούς του δελτίου ειδήσεων. Στο κέντρο που μένω εγώ (και όχι αυτό που βλέπω στην TV) το έγκλημα είναι αποτέλεσμα ευτελών ατομικών επιδιώξεων Ελλήνων αλλά και αλλοδαπών πολιτών που εκμεταλλεύονται την απραγία των περαστικών, των κατοίκων και της αστυνομίας. Μιας αστυνομίας που παρεμπιπτόντως συχνά προτιμάει να την αράζει στη γωνιά του δρόμου ζητώντας τα χαρτιά κάθε περαστικού μετανάστη από το να ασχοληθεί με μια βίαιη κλοπή που έχει γίνει δυο δρόμους πιο κάτω. Όταν σε ένα από τα κεντρικότερα φανάρια της πόλης, Σοφοκλέους και Πειραιώς, τα πρεζάκια μέρα μεσημέρι πέφτουν δήθεν στο καπό του αυτοκινήτου σου για να σου αποσπάσουν την προσοχή και να σε κλέψουν και δεν μπορείς να βρεις αστυνόμο όχι να τους κυνηγήσει αλλά έστω να του αναφέρεις την κλοπή τότε δεν ξέρω πώς ακριβώς περιμένεις ότι θα έπρεπε να είναι τα πράγματα. Στοιχεία δεν έχω που να το αποδεικνύουν πέραν αμφιβολίας αλλά από τα όσα έχω δει τα χρόνια που μένω στο κέντρο δεν υπάρχει δυσανάλογη εκπροσώπηση αλλοδαπών σε αυτά τα εγκλήματα που μαστίζουν το κέντρο.

Όσον αφορά την πορνεία, έχω βαρεθεί να ακούω και να προσπαθώ να συγκρατηθώ μην αποκαλέσω ρατσιστές όσους βρίσκουν ξαφνικά φρικτό το ότι εκδίδονται Αφρικανες στην Σοφοκλέους. Προφανώς δεν θυμούνται (ή δεν ήταν καν στη γειτονιά) την περίοδο *πριν* την έλευση τους, με την εξίσου μεγάλη προσφορά λευκής και ανήλικης συχνά “σάρκας” στην περιοχή. Μοναδική διαφορά σήμερα εκτός του χρώματος του δέρματος των κοριτσιών είναι το γεγονός ότι τότε λειτουργούσαν πιο πολλά μπουρδέλα, τα οποία φυσικά έπαψαν από την πίεση του ανταγωνισμού των “ελεύθερων” Αφρικανιδων. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα με την σωματεμπορία και εκδούλευση γυναικών, οποιουδήποτε χρώματος, είναι ένα πρόβλημα ξεκάθαρης ελληνικής ευθύνης και θεωρώ αίσχος να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα κατά της μετανάστευσης.

Όσον αφορά τους εμπόρους ναρκωτικών ανακαλύψαμε τελευταία το άλλοθι των Αφρικανών, που στη πραγματικότητα απλά έχουν “κλέψει” ένα ποσοστό της δουλειά των Ελλήνων βαπορακίων και δεν αποτελούν ούτε την αιτία του παράνομου εμπορίου ναρκωτικών ούτε το έχουν εντείνει – έχουμε περάσει στη γειτονιά τα τελευταία 20 χρόνια πολύ χειρότερες στιγμές με τα ναρκωτικά και δεν είχαν καμία ανάμιξη Αφρικανοί τότε. Όπως λίγο πριν το 2004 όταν έβρισκα νεκρούς χρήστες στα σκαλιά της πολυκατοικίας μου και δεν έρχονταν ούτε το 166 να τους μαζέψει. Χρήστες που είναι είναι σε συντριπτική πλειοψηφία Έλληνες.

Όπως Έλληνες είναι ως επί των πλείστων και οι άστεγοι, και ειδικά οι μακροχρόνια άστεγοι θα έλεγα ότι είναι *αποκλειστικά* Έλληνες.

Το παραεμπόριο βεβαίως δεν μπορώ να αρνηθώ ότι γίνεται σε συντριπτική πλειοψηφία από αλλοδαπούς και σίγουρα πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που προκαλεί. Αλλά τα προβλήματα που προκαλεί το παραεμπόριο σίγουρα δεν δικαιολογούν κανέναν φράκτη στον Έβρο και καμία τρομοκρατία του είδους που εξαπολύεται καθημερινά στη γειτονιά από τις αρχές.

Είναι επίσης ψευδές ότι η συντριπτική πλειονότητα των “εξαθλιωμένων” είναι μετανάστες. Εκτός εάν θεωρείται εξαθλίωση να είναι κάποιος φτωχός πλην όμως τίμιος εργάτης που χτίζει την ζωή του συγκατοικώντας με ομοίους του σε μικρά και φτηνά διαμερίσματα και αράζοντας στο πάρκο ή στο πεζοδρόμιο αντί να κάψει τον μισθό του σε καφετέριες και μπαρ. Είναι βεβαίως φυσικό να αισθάνεται ένας κάτοικος Χαλανδρίου ένα άγχος μπροστά στη θέα των πληθών από ξένους που κατακλύζουν τις Κυριακές μερικούς δρόμους του κέντρου: το διαφορετικό πάντα προξενεί φόβο και είναι αναμενόμενο να αισθανόμαστε διαφορετικά μια Κυριακή στην Μενάνδρου απ’ότι στην Ερμού. Όμως εάν θέλουμε να μιλάμε με σοβαρότητα και όχι με υστερία, όπως φαντάζομαι αξιώνετε αρκετοί για τον εαυτό σας, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε αυτόν τον φόβο ως αυτό που είναι, δηλαδή μια μη-χρήσιμη προκατάληψη.

Τέλος, φυσικά και καταπατώνται πολλά δικαιώματα στην περιοχή, κυρίως των μεταναστών από το κράτος, αλλά και των μη-αλλοδαπών κατοίκων βεβαίως. Αντιπαρέρχομαι όμως τον χαρακτηρισμό Πολυάννας μόνο και μόνο επειδή σε αντίθεση με πολλούς από εσάς μπήκα και στον κόπο να σκεφτώ για τις αιτίες αυτών των καταπατήσεων.

Και επιμένω, το κέντρο, όσο παρηκμαζμένο και αν είναι, δεν είναι γκέτο. Και ο κατά Wikipedia ορισμός το κάνει προφανές (τουλάχιστον σε μένα) αφού στην περιοχή του κέντρου δεν διαμένουν αποκλειστικά άνθρωποι συγκεκριμένης εθνικότητας ή θρησκείας (ούτε κάποιου άλλου κοινού γνωρίσματος), ούτε υπάρχει ιδιαίτερη ομαδικότητα ή απομόνωση. Το μόνο κομμάτι του ορισμού που είναι σχετικό είναι η φράση “σήμερα αναφέρεται σε οποιαδήποτε φτωχή αστική περιοχή”. Αλλά ακόμα και έτσι δύσκολα θα δεχτώ την καταλληλότητα αυτού του υποτιμητικού χαρακτηρισμού αφού ενώ πράγματι το κέντρο στεγάζει πολλούς φτωχούς ανθρώπους και τις μικρές επιχειρήσεις τους ταυτόχρονα έλκει ολοένα και περισσότερο χρήμα λόγω της θέσης του και οι αξίες δεν έχουν πέσει καθόλου. Και η άνοδος των αξιών είναι όσο σύμπτωση της θέσης είναι και πολλά από τα προβλήματα του κέντρου. Άρα εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι τουλάχιστον καταχρηστικός ο όρος “γκέτο” για τον χαρακτηρισμό του κέντρου.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,453 other followers